Είναι νύχτα, κοντεύει να ξημερώσει και η φωτιά σιγοκαίει, δυο τεχνίτες καθισμένοι την κοιτάνε αποσβολωμένοι και απογοητευμένοι .Έχουν στερέψει από ιδέες και το κάστρο είναι έτοιμο να πέσει στα χεριά των βαρβάρων.. Το στράτευμα δεν θα αντέξει για πολύ. Πρέπει να βρουν λύση. Πρέπει να ρίξουν μακριά κι εκεί που κάθονται οι βάρβαροι τα βέλη τους δεν φτάνουν. Το καλύτερο τόξο τους ίσα που τους ξύνει τα λέπια. Ο βασιλιάς έχει στηρίξει τις τελευταίες του ελπίδες πάνω τους. Και να ….,το βλέμμα του ενός φωτίστηκε, αρπάζει τον συνάδελφο απ την φούστα και τρέχουν στο εργαστήρι . Ένα σύννεφο σκόνης σηκώθηκε ,μέσα του φωνές. σφύρες και πριονιές που ξεσήκωσαν το κάστρο μες τη νύχτα. Όλοι απ έξω παρακολουθούν με απορία, μαζί κι ο βασιλιάς μα δεν τολμούν να μπουν και να ρωτήσουν. Κι όταν πια άρχιζε να ξημερώνει ο θόρυβος σταμάτησε, η σκόνη κατάκατσε και δυο άσπρες απτή σκόνη φιγούρες ξεπρόβαλαν αργά αργά κρατώντας στα χέρια τους την σωτηρία του λαού εκείνου. Ένα υπέρ τόξο με οδηγό κατά μήκος και τριπλά ελάσματα που μπορούσε να εκτοξεύει ακόντια περνώντας τις πανοπλίες τριπλέτα από μεγάλη απόσταση. Ήταν Έλληνες και το ονόμασαν βαλλίστρα..
